WorksheetsΤΟΥΡΝΟΥΑ 1-200
Total questions: 30
Worksheet time: 30mins
Name
Class
Date
1.
Η ασφαλιστική επιχείρηση Ε γνωρίζει ότι ο Κ, έμπορος αυτοκινήτων, έχει πολύ μεγάλο πελατολόγιο και σπεύδει να συνάψει μαζί του σύμβαση διανομής συμβάσεων υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων. Από τις παρακάτω δυνατότητες της Ε, ποια συνιστά ταυτόχρονα και νομική της υποχρέωση σύμφωνα με τον Ν. 4583/2018;
a)
Να ελέγξει εάν ο Κ διατηρεί εγγραφή στο Ειδικό Μητρώο του Επιμελητηρίου ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής.
b)
Να προτείνει καλή προμήθεια στον Κ για να τον κρατήσει σταθερό συνεργάτη.
c)
Να χορηγήσει στον Κ εκπτωτικό τιμολόγιο.
d)
Να φροντίσει για την έγκαιρη απόδοση όλων των προμηθειών του Κ.
2.
Τι προβλέπει ο ν. 4583/2018, όταν η εποπτική αρχή διερευνά μια καταγγελία πελάτη σε βάρος ενός διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων;
a)
Κυρώσεις επιβάλλονται μόνον αφού ασκηθεί από τον διανομέα το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης.
b)
Οι κυρώσεις επιβάλλονται αυτόματα από την εποπτική αρχή.
c)
Δεν μπορεί να υποβάλει καταγγελία οποιοσδήποτε, πρέπει οπωσδήποτε ο καταγγέλλων να είναι ασφαλισμένος και πελάτης του διανομέα που καταγγέλλεται.
d)
Η εποπτική αρχή μπορεί να διερευνήσει καταγγελία μόνον σε βάρος αδειοδοτημένων από το ειδικό μητρώο προσώπων.
3.
Σε ποια κατηγορία ασφαλιστικού διαμεσολαβητή εγγράφεται μια Τράπεζα;
a)
Ασφαλιστικού συμβούλου.
b)
Μεσίτη ασφαλίσεων.
c)
Ασφαλιστικού πράκτορα.
d)
Συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.
4.
Στον ορισμό του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή του Ν. 4583/2018, περιλαμβάνεται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων…
a)
Η έννοια του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή έχει πια καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί από την έννοια του διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων.
b)
εκτός από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς.
c)
εκτός από την (αντ)ασφαλιστική επιχείρηση ή τους υπαλλήλους της και τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
d)
συμπεριλαμβανόμενης της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
5.
Ένα ασφαλιστικό προϊόν που προσφέρει αξία κατά τη λήξη του ή αξία εξαγοράς, οι οποίες είναι συνολικά ή μερικά εκτεθειμένες άμεσα ή έμμεσα σε διακυμάνσεις της αγοράς, ορίζεται ως…
a)
Ασφαλιστικό προϊόν βασιζόμενο σε επένδυση.
b)
Επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση.
c)
Ασφαλιστικό προϊόν βασιζόμενο σε χρηματοοικονομικά προϊόντα.
d)
Επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε παράγωγα ασφαλιστικά προϊόντα.
6.
Με απόφαση της εποπτικής αρχής, η πώληση ενός συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος ή η ακολουθούμενη πρακτική προώθησής του, δύναται να…
a)
ανασταλεί στην περίπτωση καταγγελίας από ασφαλισμένο, στην οποία η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν έχει απαντήσει εμπρόθεσμα.
b)
διακοπεί στη περίπτωση που ο αριθμός των ασφαλιστικών προϊόντων της ίδιας κατηγορίας που είναι διαθέσιμα στην αγορά, υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο πλήθος όπως ορίζει ο Ν. 4583/2018.
c)
διακοπεί, στην περίπτωση που είναι αντίθετη με τον Ν. 4583/2018 ή/και τις κατ’ εξουσιοδότησή του πράξεις ή/και τη σχετική ενωσιακή ασφαλιστική νομοθεσία.
d)
ανασταλεί στη περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση που το διανέμει δεν έχει συντάξει ειδική διαδικασία για την τήρηση των απλών ή ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των πελατών της, κατά την έννοια της ισχύουσας νομοθεσίας περί της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
7.
Η ασφαλιστική επιχείρηση Ε, γνωρίζοντας ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας Δ και ο πελάτης Π είναι, εκτός από συνεργάτες, και παιδικοί φίλοι, καταβάλει στον Δ ένα ποσό αποζημίωσης 100 € που η Ε οφείλει στον Π. Λίγες μέρες αργότερα, ο Π περνάει από τα γραφεία της Ε και απαιτεί μεγαλόφωνα την αποζημίωσή του. Η Ε επικαλείται ότι την απέδωσε στον Δ. Ο Δ λέει ότι δεν πρόλαβε να δει τον Π γιατί εν τω μεταξύ αρρώστησε. Ποιος έχει δίκιο;
a)
Η Ε, διότι δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο Δ θα αρρώσταινε.
b)
Ο Π, διότι η Ε δεν έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να εξοφλήσει απευθείας τον Π.
c)
Η Ε, διότι κατέβαλε τα χρήματα στον Δ ξέροντας ότι είναι φίλος και συνεργάτης με τον Π.
d)
Η Ε, διότι δεν είχε δόλο να μην καταβάλει αποζημίωση στον Π.
8.
Σύμφωνα με τις γενικές αρχές δεοντολογικής συμπεριφοράς του Ν. 4583/2018, όταν ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα ή το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης είναι η Ελλάδα, ή ο ασφαλισμένος ή/και ο λήπτης της ασφάλισης είναι κάτοικος Ελλάδας….
a)
η παροχή συμβουλής προς τον πελάτη από τον διανομέα είναι υποχρεωτική κατά τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων όλων των κλάδων ασφάλισης, πλην της ασφάλισης μεγάλων κινδύνων.
b)
η παροχή συμβουλής προς τον πελάτη από τον διανομέα είναι υποχρεωτική κατά τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων αποκλειστικά για τις υποχρεωτικές εκ του νόμου ασφαλίσεις.
c)
η παροχή συμβουλής προς τον πελάτη από τον διανομέα είναι υποχρεωτική κατά τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων αποκλειστικά για τον κλάδο ασφάλισης ζωής.
d)
η παροχή συμβουλής προς τον πελάτη από τον διανομέα είναι προαιρετική κατά τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων όλων των κλάδων ασφάλισης.
9.
Ποιος θεωρείται κατεξοχήν πελάτης προστατευόμενος από τις διατάξεις του Ν.4583/2018;
a)
Προστατεύονται ανεξαιρέτως όλοι οι πελάτες.
b)
Ο επαγγελματίας πελάτης, όπως ορίζεται σύμφωνα με το ν. 4514/2018 και την Οδηγία 2014/65/ΕΕ.
c)
Ο πελάτης που είναι μεγάλης ηλικίας και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.
d)
Εκείνος που δεν θεωρείται επαγγελματίας πελάτης, όπως ορίζεται σύμφωνα με το ν. 4514/2018 και την Οδηγία 2014/65/ΕΕ.
10.
Σε ποιες περιπτώσεις και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές θεωρείται ότι δημιουργούν ασφαλιστικό προϊόν προς πώληση, οπότε υποχρεούνται να διαθέτουν, να εφαρμόζουν και να επανεξετάζουν πολιτική και διαδικασία για την έγκριση κάθε ασφαλιστικού προϊόντος;
a)
Όταν οι διαμεσολαβητές σχεδιάζουν ειδικά προσαρμοσμένη ασφαλιστική σύμβαση, κατόπιν αιτήματος μεμονωμένου πελάτη.
b)
Όταν οι διαμεσολαβητές εξατομικεύουν ή προσαρμόζουν ένα υφιστάμενο προϊόν στα χαρακτηριστικά μεμονωμένου πελάτη τους.
c)
Όταν εκείνοι προτείνουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και βασικά στοιχεία του προς πώληση προϊόντος, ανεξάρτητα από το αν η ασφαλιστική εταιρεία τα τροποποιήσει στη συνέχεια σημαντικά.
d)
Όταν εκείνοι καθορίζουν αυτόνομα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τα βασικά στοιχεία του προς πώληση προϊόντος (καλύψεις, κόστος, αγορά-στόχος κλπ).
11.
Στο επίκεντρο της διαδικασίας έγκρισης προϊόντων εντάσσεται η έννοια της αγοράς-στόχου. Πώς προσδιορίζεται αυτή;
a)
Είναι εκείνοι οι πελάτες που έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν το εκάστοτε ασφαλιστικό προϊόν.
b)
Είναι η ομάδα πελατών που ταιριάζει στα χαρακτηριστικά, στο προφίλ κινδύνου, στην πολυπλοκότητα και τη φύση του σχεδιαζόμενου ασφαλιστικού προϊόντος.
c)
Βάσει της συμβουλής των συνεργαζόμενων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών.
d)
Με βάσει τους πωλησιακούς στόχους που έχει θέσει η ασφαλιστική επιχείρηση που διαθέτει το προϊόν προς πώληση και ιδίως από τον τρόπο και τα μέσα που επιλέγει, προκειμένου να διαφημίσει την εμπορική της επωνυμία και τα ασφαλιστικά της προϊόντα.
12.
Φέρει ευθύνη για την εφαρμογή του Ν.4583/2018 και του Κανονισμού 2017/2358 μια ασφαλιστική επιχείρηση, στην περίπτωση που ανέθεσε σε κάποιον τρίτο τον σχεδιασμό των προϊόντων της;
a)
Διατηρεί την ευθύνη, μερικώς, όσον αφορά τα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα.
b)
Διατηρεί την πλήρη ευθύνη για τη συμμόρφωση με τη διαδικασία έγκρισης προϊόντων.
c)
Η κρίση για την ευθύνη εξετάζεται ad hoc, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την συγκεκριμένη περίπτωση.
d)
Δεν φέρει καμία ευθύνη, η ευθύνη μεταφέρεται στον τρίτο.
13.
Εκτός του ίδιου του διανομέα, ποιος άλλος έχει την υποχρέωση να επαληθεύει ότι τα ασφαλιστικά προϊόντα πράγματι διανέμονται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο;
a)
Κανένας άλλος.
b)
Ο εξωτερικός του συνεργάτης, στον οποίο ανέθεσε να εκπονήσει το σχετικό έγγραφο.
c)
Ο πελάτης που δεν εμπίπτει στην αγορά-στόχο.
d)
Η ασφαλιστική εταιρεία που διαθέτει το προϊόν στην αγορά.
14.
Ποια από τις παρακάτω είναι περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων που εντοπίζεται στο πρόσωπο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή;
a)
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής θα πάρει σαν bonus ένα ταξίδι στον Αμαζόνιο, αν ο πελάτης επιλέξει το ασφαλιστικό προϊόν Χ έναντι του Ζ.
b)
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν είναι μόνον συνεργάτης αλλά και συγγενής του πελάτη.
c)
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν έχει αντιληφθεί σωστά τις ανάγκες του πελάτη.
d)
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής θα πάρει σαν προμήθεια 15% επί του ασφαλίστρου, είτε ο πελάτης επιλέξει το ασφαλιστικό προϊόν Χ, είτε το Ζ. Σημειώνεται ότι τα Χ και Ζ έχουν το ίδιο ασφάλιστρο.
15.
Ως «ασφαλιστής» καλείται:
a)
Η ασφαλιστική επιχείρηση.
b)
Ο ασφαλιστικός πράκτορας.
c)
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής.
d)
Ο συντονιστής.
16.
Τι είναι η ΕΙΟΡΑ;
a)
Πειθαρχικό όργανο της Τράπεζας της Ελλάδος.
b)
Σωματείο προστασίας καταναλωτή.
c)
Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή της Ασφαλιστικής Αγοράς και των Επαγγελματικών Συντάξεων.
d)
Η Ευρωπαϊκή Ένωση των Αναλογιστών.
17.
Πόσοι και ποιοι είναι οι πυλώνες στους οποίους στηρίζεται το νέο σύστημα φερεγγυότητας σύμφωνα με την Οδηγία 2009/138/ΕΚ;
a)
Δύο, χρηματοοικονομική φερεγγυότητα και σύστημα εσωτερικής διακυβέρνησης.
b)
Δύο, χρηματοοικονομική φερεγγυότητα και προστασία καταναλωτή.
c)
Τρεις, ποσοτικές απαιτήσεις, ποιοτικές απαιτήσεις και σχέση με την εποπτική αρχή.
d)
Τρεις, ποσοτικές απαιτήσεις, ποιοτικές απαιτήσεις και πληροφόρηση προς το κοινό.
18.
Υπάρχει δυνατότητα να εξαιρεθεί κάποια ασφαλιστική επιχείρηση από ορισμένες ποιοτικές και ποσοτικές υποχρεώσεις του Ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α΄13/5.2.2016);
a)
Ναι, μπορεί να εξαιρεθεί αν ασκεί μόνον έναν κλάδο ασφάλισης, κατόπιν αίτησης και αιτιολογημένης απόφασης που εκδίδεται από την εποπτική αρχή σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών.
b)
Ναι, μπορεί να εξαιρεθεί λόγω μεγέθους, αν εδρεύει στην Ελλάδα, δεν δραστηριοποιείται στο εξωτερικό, και πληροί σωρευτικά τα κριτήρια μεγέθους που θέτει ο νόμος.
c)
Όχι, δεν υπάρχει καμία εξαίρεση.
d)
Ναι, εξαιρείται λόγω μεγέθους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής και δραστηριοποίησης.
19.
Ποιος είναι ο λόγος που μπορεί να ωθήσει μια ασφαλιστική επιχείρηση να αναθέσει εξωτερικά κάποια από τις λειτουργίες της;
a)
Ότι με τον εξωπορισμό (outsourcing) λειτουργίας η ασφαλιστική επιχείρηση απαλλάσσεται από αστικές, ποινικές και διοικητικές ευθύνες για τη λειτουργία αυτή.
b)
Ότι με τον εξωπορισμό (outsourcing) λειτουργίας η ασφαλιστική επιχείρηση διευκολύνεται στην οργάνωση και εκτέλεση μιας λειτουργίας της.
c)
Ότι με τον εξωπορισμό (outsourcing) λειτουργίας η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να μειώσει την ικανότητα της εποπτικής αρχής να παρακολουθεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που πηγάζουν από το Ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α΄13/5.2.2016).
d)
Ότι με τον εξωπορισμό (outsourcing) λειτουργίας η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να δικαιολογήσει τυχόν ελλείψεις και κενά στην εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων της.
20.
Στο Ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α΄13/5.2.2016) προβλέπεται η δυνατότητα να δοθεί σε ασφαλιστική επιχείρηση άδεια για την άσκηση…..
a)
ενός ή περισσότερων κλάδων ασφάλισης κατά ζημιών ή ενός ή περισσότερων κλάδων ασφάλισης ζωής.
b)
όλων των κλάδων ασφάλισης ζωής και όλων των κλάδων ασφάλισης κατά ζημιών.
c)
μόνον όλων των κλάδων ασφαλίσεων κατά ζημιών ή μόνον όλων των κλάδων ασφάλισης ζωής.
d)
ενός ή περισσότερων κλάδων ασφάλισης κατά ζημιών ή ενός ή περισσότερων κλάδων ασφάλισης ζωής ή και τα δύο ταυτόχρονα.
21.
Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α΄13/5.2.2016) οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί;
a)
Δεν εξαιρούνται μεν, αλλά ορισμένοι εξ αυτών υπόκεινται σε πιο ευνοϊκές διατάξεις.
b)
Δεν εξαιρούνται μεν, αλλά όλοι αδιακρίτως υπόκεινται σε πιο ευνοϊκές διατάξεις.
c)
Ναι.
d)
Όλες οι άλλες απαντήσεις είναι σωστές.
22.
Όσον αφορά στη συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 (Tier 2) και της κατηγορίας 3 (Tier 3) υπόκεινται σε ποσοτικά όρια τέτοια ώστε να διασφαλίζεται ότι...
a)
όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
b)
η αναλογία των στοιχείων της κατηγορίας 1 (Tier 1) στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερη από το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων.
c)
η αναλογία των στοιχείων της κατηγορίας 1 (Tier 1) στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια είναι χαμηλότερη από το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων.
d)
τα στοιχεία της κατηγορίας 1 (Tier 1) στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ισούνται με το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων.
23.
Τι προβλέπει ο Ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α΄13/5.2.2016) για την προθεσμία που έχει όποιος εισπράττει ασφάλιστρα για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης προκειμένου να τα καταθέσει στον τραπεζικό της λογαριασμό;
a)
Τα καταθέτει το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του συμβολαίου.
b)
Τα καταθέτει το αργότερο στο τέλος κάθε εβδομάδας μέσα στην οποία εισπράχθηκε από τον πελάτη το ασφάλιστρο.
c)
Τα καταθέτει το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από την είσπραξη του ασφαλίστρου από τον πελάτη.
d)
Η προθεσμία δεν ρυθμίζεται από το νόμο, αλλά προκύπτει από συμφωνία μεταξύ ασφαλιστικής επιχείρησης και εισπράξαντος.
24.
Σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης που χορηγείται από ένα κράτος-μέλος της ΕΕ είναι "ενιαία". Αυτό σημαίνει ότι:
a)
Ισχύει και σε όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
b)
Με μια ενιαία άδεια λειτουργίας η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναπτύξει εργασίες σε όλους τους κλάδους κινδύνων.
c)
Εφόσον αρχικά η άδεια λειτουργίας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης εκδόθηκε σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, η ασφαλιστική επιχείρηση εξαιρείται από την κρατική εποπτεία.
d)
Η ενιαία άδεια καλύπτει όλες τις επιχειρήσεις που έχουν μορφή Α.Ε..
25.
Ο πελάτης Χ είναι ασφαλισμένος σε ασφαλιστική επιχείρηση Ψ, η οποία εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος. Μια μέρα ανακοινώνεται ότι έκλεισε η ασφαλιστική επιχείρηση Ψ. Ποια εποπτική αρχή ανακάλεσε την άδειά της;
a)
Η Τράπεζα της Ελλάδος.
b)
Οι εποπτικές αρχές της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου με κοινή απόφαση.
c)
Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλισης και Επαγγελματικών Συντάξεων.
d)
Η αρμόδια εποπτική αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου.
26.
Τι εφαρμόζει η (αντ)ασφαλιστική επιχείρηση προκειμένου να μεταβιβάσει τμήμα ή το σύνολο των κινδύνων της σε τρίτα μέρη;
a)
Τεχνικές Μετριασμού του Κινδύνου.
b)
Τεχνικές Μερικής ή Πλήρους Αποφυγής του Κινδύνου.
c)
Τεχνικές Μεταβίβασης του Κινδύνου.
d)
Τεχνικές Περιορισμού του Κινδύνου.
27.
Αν η Ελλάδα είναι κράτος υποδοχής μίας ασφαλιστικής επιχείρησης, και η Τράπεζα της Ελλάδος έχει λόγους να θεωρεί ότι οι δραστηριότητές της θα μπορούσαν να αποβούν επιβλαβείς για την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης, τι μπορεί να κάνει;
a)
Τίποτα, διότι δεν είναι η αρμόδια εποπτική αρχή, αφού η χώρα καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν είναι η Ελλάδα.
b)
Να λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο.
c)
Να της ζητήσει να λάβει διορθωτικά μέτρα και να τα γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος εντός εξήντα (60) ημερών.
d)
Να ενημερώσει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης.
28.
Τι είναι η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests);
a)
Άσκηση που επιχειρούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με δική τους πρωτοβουλία, σε χρόνο που οι ίδιες επιλέγουν.
b)
Μέτρο που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της κρίσης στην ασφαλιστική αγορά.
c)
Εργαλείο για την εποπτική αξιολόγηση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
d)
Εργαλείο για την επιβολή διοικητικού προστίμου σε βάρος ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
29.
Ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι ορθή;
a)
Η ιδία αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας λαμβάνεται υπόψη στη λήψη των στρατηγικών αποφάσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης.
b)
Η ιδία αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας δεν απαιτείται, αν η ασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί εσωτερικό υπόδειγμα.
c)
Η ασφαλιστική επιχείρηση δεν υποχρεούται να ενημερώνει την εποπτική αρχή για τα αποτελέσματα της ιδίας αξιολόγησης κινδύνου και φερεγγυότητας.
d)
Η ιδία αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί κεφαλαιακή απαίτηση.
30.
Σκοπός της καθιέρωσης των Διεθνών Λογιστικών Πρότυπων (ΔΛΠ) δεν είναι:
a)
Η αξιοπιστία των εταιριών.
b)
Η δυνατότητα διαφορετικής αποτίμησης των στοιχείων του ισολογισμού.
c)
Η δυνατότητα της συγκρισιμότητας των αποτελεσμάτων μεταξύ των εταιριών.
d)
Η διαφάνεια των οικονομικών στοιχείων των εταιριών.
100 %
