Font size
Worksheetsαφηγηματολογία
Total questions: 18
Worksheet time: 41mins
Ο αφηγητής που δεν συμμετέχει στην ιστορία που αφηγείται ονομάζεται
ετεροδιηγητικός
αυτοδιηγητικός
παντογνώστης
ομοδιηγητικός
Τα αφηγηματικά επίπεδα είναι
1
2
3
4
Ο χρόνος της αφήγησης
συμπίπτει πάντα με τον χρόνο της ιστορίας
μπορεί και να μην συμπίπτει με τον χρόνο της ιστορίας
τοποθετείται πριν τον χρόνο της ιστορίας
έχει μεγαλύτερη διάρκεια από τον χρονο ιστορίας
Ο αφηγητής που βλέπει την ιστορία που αφηγείται με εσωτερική εστίαση
γνωρίζει λιγότερα από τα πρόσωπα της ιστορίας
γνωρίζει τα ίδια με τα πρόσωπα της ιστορίας
γνωρίζει περισσότερα από τα πρόσωπα της ιστορίας
γνωρίζει τα πάντα
Ελεύθερος πλάγιος λόγος χρησιμοποιείται όταν ο αφηγητής μεταφέρει τις βαθύτερες σκέψεις και τα συναισθήματα του ήρωα σε .......πρόσωπο και σε ......χρόνο χωρίς να υπάρχει κάποιο λεκτικό ρήμα που να τις εισάγει.
(a)
Ποιοι είναι οι αφηγηματικοί τρόποι;
ομοδιηγητικός
εστίαση
Μίμηση
εσωτερικός μονόλογος
Διήγηση
Όταν ο αφηγητής ενός κειμένου είναι ταυτόχρονα και πρωταγωνιστής, τότε λέγεται
Α) Ομοδιηγητικός
Β) Αυτοδιηγητικός
Όταν ο αφηγητής ενός κειμένου συμμετέχει απλώς στην ιστορία που αφηγείται, τότε λέγεται
Α) Ομοδιηγητικός
Β) Ετεροδιηγητικός
Όταν ο αφηγητής ενός κειμένου ξέρει όσα και τα πρόσωπα – ήρωες της αφήγησης, τότε η εστίαση λέγεται :
Α) Εσωτερική
Β) Μηδενική
Όταν γίνεται διακοπή της σειράς των γεγονότων και αναδρομή στο παρελθόν, τότε έχουμε :
Α) Πρόληψη
Β) Ανάληψη
Όταν ο χρόνος της αφήγησης είναι ο ίδιος με το χρόνο της ιστορίας, τότε έχουμε :
Α) Επιτάχυνση
Β) Επιβράδυνση
Γ) Σκηνή – Διάλογο
Όταν ένα γεγονός της ιστορίας που συνέβη πολλές φορές αναφέρεται μία φορά στην αφήγηση, τότε η αφήγηση λέγεται :
Α) Θαμιστική
Β) Επαναληπτική
Τι είναι ο αφηγητής-παντογνώστης;
Αυτός που γνωρίζει τα πάντα,αλλά δεν μετέχει στη δράση
Αυτός που συμμετέχει στην ιστορία την οποία αφηγείται είτε ως πρωταγωνιστής, αλλά δεν ξέρει τα πάντα.
Αυτός που δεν έχει καμιά συμμετοχή στην ιστορία που αφηγείται και δεν ξέρει τα πάντα.
Είναι ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας που αναλαμβάνει να διηγηθεί μια ιστορία μέσα στην κύρια ιστορία.
Όταν ο χρόνος της αφήγησης είναι ευθύγραμμος, τότε...
Τα γεγονότα παρουσιάζονται ακριβώς
με τη σειρά που συνέβησαν.
Η αφήγηση διακόπτεται για να
παρουσιαστούν γεγονότα στο
παρελθόν ή στο μέλλον.
"Εγκιβωτισμένη αφήγηση" σημαίνει ότι...
αφηγητής δεν μεταφέρει τα λόγια του ήρωα σε ευθύ λόγο, δηλαδή μέσα σε εισαγωγικά, αλλά ούτε και σε πλάγιο λόγο, δηλαδή έξω από τα εισαγωγικά ακριβώς όπως τα είπε. Αντίθετα, τα μεταφέρει χωρίς εισαγωγικά και χωρίς τα ακριβή λόγια.
η ιστορία που έχουμε ξεκινήσει να διαβάζουμε διακόπτεται, για να αρχίσει η αφήγηση μιας άλλης ιστορίας, μικρότερης σε έκταση από την αρχική. Μόλις αυτή ολοκληρωθεί, επανερχόμαστε στην αφήγηση της αρχικής ιστορίας.
παρακολουθούμε τις σκέψεις του ήρωα σαν να βρισκόμαστε μέσα στο μυαλό του τη στιγμή που αυτές γεννιούνται.
Στο απόσπασμα να βρεθεί ο αφηγητής και η εστίαση:
Πρώτη του σκέψη, μόλις εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, ήταν τα φαρμακευτικά προϊόντα. Ανακάλυψε τις προσωπικότητες του διεθνούς αυτού εμπορίου και τις πλησίασε με τρόπο. Ήταν τρεις, τότε που κράταγαν τα πόστα: ο Λεουσάκος ο Καλαματιανός, ο Τζιέρογλου ο Κόνιαλης, κι ο Εσκενάζης ο Εβραίος. Οι άλλοι έρχονταν παρακάτω· φυτοζωούσαν με κίνδυνο και χίλια καρδιοχτύπια. Τους κυνηγούσαν οι τρεις «μεγάλοι» και τους τράκαρε η Αστυνομία. Οι μεγάλοι όμως δούλευαν με άνεση και σιγουράντζα· είχαν σχέσεις, επιρροές, πολιτικές προστασίες και, το κυριότερο, μπόλικο χρήμα για να διαφθείρουν συνειδήσεις. Ο Γιούγκερμαν κατάλαβε πως μόνο μ' αυτούς μπορούσε να δουλέψει. Ν' αρχίσει μόνος του, ή εταιρεία με μικρούς, το πράμα ήταν επικίνδυνο. Ήθελε δουλειές ήσυχες και σίγουρες.
Ο Λεουσάκος —που παρίστανε τον εισαγωγέα ακατεργάστων δερμάτων— τον δέχτηκε ψυχρά. Έχοντας οργανωμένη την επιχείρησή του σε βάσεις πολύ στέρεες, δεν έβλεπε το λόγο να συνεργασθεί μ' οποιονδήποτε. Ήθελε όργανα εκτελεστικά κι όχι συνεταίρους. Καμώθηκε λοιπόν πως δεν καταλάβαινε τις αβάντες* του συνομιλητή του και τον ξεπροβόδισε ευγενικά και θετικά.
Ο Τζιέρογλου έκανε κι αυτός τον κοριό· μόνο που έδειξε κάπως μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ρώτησε το Γιούγκερμαν με τι ζούσε. Ο φίλος μας ξεγελάστηκε και του μίλησε για τα δέκα ελβετικά χιλιάρικα.* Ο λαθρέμπορος γίνηκε αμέσως μέλι γάλα, και του υποσχέθηκε τόκο 25% αν έβαζε αυτά τα χρήματα στην επιχείρησή του. Φυσικά, ο Βάσιας δεν ήταν τόσο βλάκας. Κατάλαβε ότι δεν γινόταν δουλειά, πως τα πόστα ήταν πιασμένα· κι έκρινε άσκοπο να πλησιάσει τον τρίτο «μεγάλο» — το φοβερό Εσκενάζη.
Απελπισμένος από τα φαρμακευτικά προϊόντα, άρχισε ν' ανιχνεύει τα τυχηρά παίγνια. Ήταν γερό τραπουλόχαρτο. Στη Ρωσία, μετά την Επανάσταση, όταν έχασε τ' απονιφάδια της περιουσίας του, δεν ήταν απ' το μισθό που δεν του 'δινε ο Βράγγελ* που κατάφερνε να ζει. Πλιατσικολογούσε, βέβαια· μα το βασικό βιοποριστικό του επάγγελμα ήταν η τράπουλα. Κατάκλεψε πολλούς και διάφορους γερούς τζογαδόρους, δίχως να τον πιάσουν ποτέ. Γιατί να μην κάνει το ίδιο και στην Ελλάδα; Δοκίμασε λοιπόν κι αυτή την επαγγελματική προοπτική, με αποτέλεσμα όχι μονάχα ν' απογοητευθεί, αλλά να μαυρίσει το μάτι του από τρόμο. Των αδυνάτων αδύνατο να τα βγάλει πέρα με τους Ρωμιούς! Μόνον χαρτοκλέφτες υψίστης ολκής μπορούσαν να κλέψουν αυτό το λαό των άσσων του τζόγου! Όχι, τα κότσια του δεν ήσαν τόσο γερά...
Στο απόσπασμα να βρεθούν οι αφηγηματικοί τρόποι και να δηλωθεί το πού βρίσκονται στο κείμενο:
Πρώτη του σκέψη, μόλις εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, ήταν τα φαρμακευτικά προϊόντα. Ανακάλυψε τις προσωπικότητες του διεθνούς αυτού εμπορίου και τις πλησίασε με τρόπο. Ήταν τρεις, τότε που κράταγαν τα πόστα: ο Λεουσάκος ο Καλαματιανός, ο Τζιέρογλου ο Κόνιαλης, κι ο Εσκενάζης ο Εβραίος. Οι άλλοι έρχονταν παρακάτω· φυτοζωούσαν με κίνδυνο και χίλια καρδιοχτύπια. Τους κυνηγούσαν οι τρεις «μεγάλοι» και τους τράκαρε η Αστυνομία. Οι μεγάλοι όμως δούλευαν με άνεση και σιγουράντζα· είχαν σχέσεις, επιρροές, πολιτικές προστασίες και, το κυριότερο, μπόλικο χρήμα για να διαφθείρουν συνειδήσεις. Ο Γιούγκερμαν κατάλαβε πως μόνο μ' αυτούς μπορούσε να δουλέψει. Ν' αρχίσει μόνος του, ή εταιρεία με μικρούς, το πράμα ήταν επικίνδυνο. Ήθελε δουλειές ήσυχες και σίγουρες.
Ο Λεουσάκος —που παρίστανε τον εισαγωγέα ακατεργάστων δερμάτων— τον δέχτηκε ψυχρά. Έχοντας οργανωμένη την επιχείρησή του σε βάσεις πολύ στέρεες, δεν έβλεπε το λόγο να συνεργασθεί μ' οποιονδήποτε. Ήθελε όργανα εκτελεστικά κι όχι συνεταίρους. Καμώθηκε λοιπόν πως δεν καταλάβαινε τις αβάντες του συνομιλητή του και τον ξεπροβόδισε ευγενικά και θετικά.
Ο Τζιέρογλου έκανε κι αυτός τον κοριό· μόνο που έδειξε κάπως μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ρώτησε το Γιούγκερμαν με τι ζούσε. Ο φίλος μας ξεγελάστηκε και του μίλησε για τα δέκα ελβετικά χιλιάρικα.* Ο λαθρέμπορος γίνηκε αμέσως μέλι γάλα, και του υποσχέθηκε τόκο 25% αν έβαζε αυτά τα χρήματα στην επιχείρησή του. Φυσικά, ο Βάσιας δεν ήταν τόσο βλάκας. Κατάλαβε ότι δεν γινόταν δουλειά, πως τα πόστα ήταν πιασμένα· κι έκρινε άσκοπο να πλησιάσει τον τρίτο «μεγάλο» — το φοβερό Εσκενάζη.
Απελπισμένος από τα φαρμακευτικά προϊόντα, άρχισε ν' ανιχνεύει τα τυχηρά παίγνια. Ήταν γερό τραπουλόχαρτο. Στη Ρωσία, μετά την Επανάσταση, όταν έχασε τ' απονιφάδια της περιουσίας του, δεν ήταν απ' το μισθό που δεν του 'δινε ο Βράγγελ* που κατάφερνε να ζει. Πλιατσικολογούσε, βέβαια· μα το βασικό βιοποριστικό του επάγγελμα ήταν η τράπουλα. Κατάκλεψε πολλούς και διάφορους γερούς τζογαδόρους, δίχως να τον πιάσουν ποτέ. Γιατί να μην κάνει το ίδιο και στην Ελλάδα; Δοκίμασε λοιπόν κι αυτή την επαγγελματική προοπτική, με αποτέλεσμα όχι μονάχα ν' απογοητευθεί, αλλά να μαυρίσει το μάτι του από τρόμο. Των αδυνάτων αδύνατο να τα βγάλει πέρα με τους Ρωμιούς! Μόνον χαρτοκλέφτες υψίστης ολκής μπορούσαν να κλέψουν αυτό το λαό των άσσων του τζόγου! Όχι, τα κότσια του δεν ήσαν τόσο γερά...
Στο απόσπασμα να βρεθεί ο χρόνος (σειρά, ρυθμός, συχνότητα):
Πρώτη του σκέψη, μόλις εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, ήταν τα φαρμακευτικά προϊόντα. Ανακάλυψε τις προσωπικότητες του διεθνούς αυτού εμπορίου και τις πλησίασε με τρόπο. Ήταν τρεις, τότε που κράταγαν τα πόστα: ο Λεουσάκος ο Καλαματιανός, ο Τζιέρογλου ο Κόνιαλης, κι ο Εσκενάζης ο Εβραίος. Οι άλλοι έρχονταν παρακάτω· φυτοζωούσαν με κίνδυνο και χίλια καρδιοχτύπια. Τους κυνηγούσαν οι τρεις «μεγάλοι» και τους τράκαρε η Αστυνομία. Οι μεγάλοι όμως δούλευαν με άνεση και σιγουράντζα· είχαν σχέσεις, επιρροές, πολιτικές προστασίες και, το κυριότερο, μπόλικο χρήμα για να διαφθείρουν συνειδήσεις. Ο Γιούγκερμαν κατάλαβε πως μόνο μ' αυτούς μπορούσε να δουλέψει. Ν' αρχίσει μόνος του, ή εταιρεία με μικρούς, το πράμα ήταν επικίνδυνο. Ήθελε δουλειές ήσυχες και σίγουρες.
Ο Λεουσάκος —που παρίστανε τον εισαγωγέα ακατεργάστων δερμάτων— τον δέχτηκε ψυχρά. Έχοντας οργανωμένη την επιχείρησή του σε βάσεις πολύ στέρεες, δεν έβλεπε το λόγο να συνεργασθεί μ' οποιονδήποτε. Ήθελε όργανα εκτελεστικά κι όχι συνεταίρους. Καμώθηκε λοιπόν πως δεν καταλάβαινε τις αβάντες* του συνομιλητή του και τον ξεπροβόδισε ευγενικά και θετικά.
Ο Τζιέρογλου έκανε κι αυτός τον κοριό· μόνο που έδειξε κάπως μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ρώτησε το Γιούγκερμαν με τι ζούσε. Ο φίλος μας ξεγελάστηκε και του μίλησε για τα δέκα ελβετικά χιλιάρικα.* Ο λαθρέμπορος γίνηκε αμέσως μέλι γάλα, και του υποσχέθηκε τόκο 25% αν έβαζε αυτά τα χρήματα στην επιχείρησή του. Φυσικά, ο Βάσιας δεν ήταν τόσο βλάκας. Κατάλαβε ότι δεν γινόταν δουλειά, πως τα πόστα ήταν πιασμένα· κι έκρινε άσκοπο να πλησιάσει τον τρίτο «μεγάλο» — το φοβερό Εσκενάζη.
Απελπισμένος από τα φαρμακευτικά προϊόντα, άρχισε ν' ανιχνεύει τα τυχηρά παίγνια. Ήταν γερό τραπουλόχαρτο. Στη Ρωσία, μετά την Επανάσταση, όταν έχασε τ' απονιφάδια της περιουσίας του, δεν ήταν απ' το μισθό που δεν του 'δινε ο Βράγγελ* που κατάφερνε να ζει. Πλιατσικολογούσε, βέβαια· μα το βασικό βιοποριστικό του επάγγελμα ήταν η τράπουλα. Κατάκλεψε πολλούς και διάφορους γερούς τζογαδόρους, δίχως να τον πιάσουν ποτέ. Γιατί να μην κάνει το ίδιο και στην Ελλάδα; Δοκίμασε λοιπόν κι αυτή την επαγγελματική προοπτική, με αποτέλεσμα όχι μονάχα ν' απογοητευθεί, αλλά να μαυρίσει το μάτι του από τρόμο. Των αδυνάτων αδύνατο να τα βγάλει πέρα με τους Ρωμιούς! Μόνον χαρτοκλέφτες υψίστης ολκής μπορούσαν να κλέψουν αυτό το λαό των άσσων του τζόγου! Όχι, τα κότσια του δεν ήσαν τόσο γερά...
