NEW
Font size
WorksheetsPast Tense (AG)
Total questions: 20
Worksheet time: 7mins
ἂγω: β΄ενικό, οριστικής αορίστου β΄
ἂγεις
ἀγάγη
ἢγαγες
ἢγαγα
ἀποθνῄσκω: γ'ενικό, ευκτικής αορίστου β'
ἀποθνήσκοι
ἀπέθανες
ἀποθάνοις
ἀποθάνοι
εὑρίσκω: β' ενικό προστακτικής, αόριστος β΄
εὑρέτω
εὑρέ
εὑροῖ
εὓρε
πάσχω: β' πληθυντικό, υποτακτική, αόριστος β΄
πάσχης
ἒπαθης
πάθημεν
πάθητε
λαγχάνω:
α'πληθυντικό, ευκτικής, αόριστος β΄
ἐλαγχάνομεν
λάχοιμεν
λαχοίομεν
ἐλαγχἀνοιμεν
ἔχω:
απαρέμφατο αορίστου β'
ἒχειν
ἐχεῖν
σχείν
σχεῖν
μανθάνω:
γ' ενικό, προστακτική, αόριστος β΄
ἐμάθε
μανθάνετω
μάθετε
μαθέτω
ὁρῶ: γ΄ενικό, οριστική, αόριστο β΄.
ὡράτω
ὀρᾶν
εἲδε
εἲδες
βάλλω: γ΄πληθυντικό, υποτακτική, αόριστος β΄.
ἒβαλον
ἒβαλλον
ἐβάλουσιν
ἐβαλοῖον
φέρω: β'ενικό, υποτακτικής αορίστου β΄.
ἐφερῂς
ἑνέγκῃς
ἀνέγκῃς
φέρῃς
λείπω:
μετοχή αορίστου β', ονομαστική πτώση, θηλυκό γένος
λείπουσα
λοίπουσα
λιποῦσα
λίπουσα
ἁμαρτάνω:
γ'ενικό οριστικής, αόριστος β΄.
ἣμαρτον
ἣμαρτε
ἣμαρτέτω
ἡμάρτοι
πίπτω:
γ' πληθυντικό, οριστικής, αορίστου β΄.
ἒπεσαν
ἒπιπτον
ἒπεσον
πἐφτουσιν
γίγνομαι:
α' ενικό, υποτακτικής αορίστου β΄.
γένου
γένωμαι
γενοίομαι
γενέσθωμαι
αἱρῶ:
γ΄πληθυντικό, οριστικής αορίστου β΄.
αἱρεῖσθω
ἣρον
εἲλετω
εἷλον
Ο ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β ΤΟΥ ΒΑΛΛΩ ΕΙΝΑΙ :
έβαλλον
έβαλον
έβαλλα
έβαλα
ΤΟ Γ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΙΓΝΟΜΑΙ ΣΤΟΝ ΑΟΡΙΣΤΟ Β ΕΙΝΑΙ :
εγενόμην
εγιγνόμην
εγένοντο
εγίγνοντο
ΤΟ Β ΕΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΣ Ε.Φ ΤΟΥ ΑΟΡΙΣΤΟΥ Β ΤΟΥ ΛΑΜΒΑΝΩ ΕΙΝΑΙ :
λάβε
λαβέ
λάβου
λαβού
Το κατέμαθε είναι:
οριστική, γ' εν. του ρ. καταμανθάνω
οριστική, β' εν. του ρ. καταμανθάνω
προστακτική, β' εν. του ρ. καταμανθάνω
προστακτική, γ' εν. του ρ. καταμανθάνω
Το καταλιποίμεθα είναι:
οριστική, α' πληθ. του ρ. καταλείπομαι
ευκτική, α' πληθ. του ρ. καταλείπω
υποτακτική, α' πληθ. του ρ. καταλείπομαι
ευκτική, α' πληθ. του ρ. καταλείπομαι
