Wayground logo

Free Printable Worksheets

Font size

S
M
L
XL
Worksheets

Λεξιλόγιο Αγγλικών - Ελληνικά 122

Total questions: 20

Worksheet time: 10mins

Name
Class
Date
1.

Uphold

a)

Υποστηρίζω, υπερασπίζομαι (αρχές, νόμο, αξίες)

b)

Αγνοώ, παραβλέπω

c)

Καταστρέφω, απορρίπτω

d)

Αμφισβητώ, αμφιβάλλω

2.

Overcome

a)

Ξεπερνώ, υπερνικώ (δυσκολία, πρόβλημα)

b)

Αποτυγχάνω

c)

Αγνοώ

d)

Διατηρώ

3.

Take somebody for granted

a)

Θεωρώ κάποιον δεδομένο

b)

Εκτιμώ κάποιον ιδιαίτερα

c)

Αγνοώ κάποιον

d)

Σέβομαι κάποιον

4.

Sponsor

a)

Χορηγός / Χορηγώ

b)

Δωρητής

c)

Επιχορηγός

d)

Συνεργάτης

5.

Treat

a)

Φέρομαι

b)

Αντιμετωπίζω

c)

Κερνάω

d)

Διαχειρίζομαι

6.

Override

a)

Παρακάμπτω, υπερισχύω (κανόνα, απόφαση)

b)

Αναβάθμιση

c)

Διαγραφή

d)

Επαναφορά

7.

Assure somebody

a)

Διαβεβαιώνω κάποιον

b)

Επιβεβαιώνω κάποιον

c)

Προειδοποιώ κάποιον

d)

Δηλώνω κάποιον

8.

Optional

a)

Προαιρετικός

b)

Υποχρεωτικός

c)

Επιλεγμένος

d)

Απαραίτητος

9.

Overpass

a)

Υπερυψωμένη διάβαση / ξεπερνώ (κυριολεκτικά)

b)

Κατασκευή για πεζούς

c)

Διασταύρωση δρόμων

d)

Υπογειοποίηση

10.

Conditional on something

a)

Υπό όρους / Εξαρτώμενος από κάτι

b)

Ανεξάρτητος από κάτι

c)

Σταθερός και αμετάβλητος

d)

Αβέβαιος και ασαφής

11.

Compulsory

a)

Υποχρεωτικός

b)

Προαιρετικός

c)

Απαραίτητος

d)

Επιλογή

12.

Chuckle

a)

Γελώ πνιχτά (ήσυχα και συγκρατημένα)

b)

Κλαίω δυνατά

c)

Γελάω με θόρυβο

d)

Σκέφτομαι σοβαρά

13.

Assume

a)

Υποθέτω / αναλαμβάνω

b)

Πιστεύω / θεωρώ

c)

Απορρίπτω / αρνούμαι

d)

Επιβεβαιώνω / επιβεβαίωσα

14.

Look at somebody/something

a)

Κοιτάζω κάποιον/κάτι

b)

Βλέπω κάποιον/κάτι

c)

Παρατηρώ κάποιον/κάτι

d)

Ακούω κάποιον/κάτι

15.

Pressure somebody to do something

a)

Ασκώ πίεση σε κάποιον να κάνει κάτι

b)

Προκαλώ κάποιον να αντισταθεί

c)

Ενθαρρύνω κάποιον να συμμετάσχει

d)

Αγνοώ τις ανάγκες κάποιου

16.

Entrust something to somebody

a)

Εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον, αναθέτω

b)

Αρνούμαι κάτι σε κάποιον

c)

Δίνω κάτι σε κάποιον χωρίς προϋποθέσεις

d)

Προτιμώ κάτι από κάποιον

17.

Reassure somebody

a)

Καθησυχάζω κάποιον

b)

Ανησυχώ για κάποιον

c)

Ενθαρρύνω κάποιον

d)

Αγνοώ κάποιον

18.

Giggle

a)

Χαχανίζω (χαχαρούμενα ή νευρικά)

b)

Γελάω δυνατά

c)

Κλαίω από τα γέλια

d)

Σκέφτομαι σοβαρά

19.

Supply somebody with something

a)

Προμηθεύω κάποιον με κάτι

b)

Δίνω κάτι σε κάποιον

c)

Προβλέπω κάτι για κάποιον

d)

Αγοράζω κάτι για κάποιον

20.

Snicker at somebody

a)

Χαχκαγελώ ειρωνικά για κάποιον

b)

Γελάω ευτυχισμένα με κάποιον

c)

Συμπαθώ κάποιον πολύ

d)

Αγνοώ κάποιον επιδεικτικά