WorksheetsΛεξιλόγιο Αγγλικών - Ελληνικά 122
Total questions: 20
Worksheet time: 10mins
Uphold
Υποστηρίζω, υπερασπίζομαι (αρχές, νόμο, αξίες)
Αγνοώ, παραβλέπω
Καταστρέφω, απορρίπτω
Αμφισβητώ, αμφιβάλλω
Overcome
Ξεπερνώ, υπερνικώ (δυσκολία, πρόβλημα)
Αποτυγχάνω
Αγνοώ
Διατηρώ
Take somebody for granted
Θεωρώ κάποιον δεδομένο
Εκτιμώ κάποιον ιδιαίτερα
Αγνοώ κάποιον
Σέβομαι κάποιον
Sponsor
Χορηγός / Χορηγώ
Δωρητής
Επιχορηγός
Συνεργάτης
Treat
Φέρομαι
Αντιμετωπίζω
Κερνάω
Διαχειρίζομαι
Override
Παρακάμπτω, υπερισχύω (κανόνα, απόφαση)
Αναβάθμιση
Διαγραφή
Επαναφορά
Assure somebody
Διαβεβαιώνω κάποιον
Επιβεβαιώνω κάποιον
Προειδοποιώ κάποιον
Δηλώνω κάποιον
Optional
Προαιρετικός
Υποχρεωτικός
Επιλεγμένος
Απαραίτητος
Overpass
Υπερυψωμένη διάβαση / ξεπερνώ (κυριολεκτικά)
Κατασκευή για πεζούς
Διασταύρωση δρόμων
Υπογειοποίηση
Conditional on something
Υπό όρους / Εξαρτώμενος από κάτι
Ανεξάρτητος από κάτι
Σταθερός και αμετάβλητος
Αβέβαιος και ασαφής
Compulsory
Υποχρεωτικός
Προαιρετικός
Απαραίτητος
Επιλογή
Chuckle
Γελώ πνιχτά (ήσυχα και συγκρατημένα)
Κλαίω δυνατά
Γελάω με θόρυβο
Σκέφτομαι σοβαρά
Assume
Υποθέτω / αναλαμβάνω
Πιστεύω / θεωρώ
Απορρίπτω / αρνούμαι
Επιβεβαιώνω / επιβεβαίωσα
Look at somebody/something
Κοιτάζω κάποιον/κάτι
Βλέπω κάποιον/κάτι
Παρατηρώ κάποιον/κάτι
Ακούω κάποιον/κάτι
Pressure somebody to do something
Ασκώ πίεση σε κάποιον να κάνει κάτι
Προκαλώ κάποιον να αντισταθεί
Ενθαρρύνω κάποιον να συμμετάσχει
Αγνοώ τις ανάγκες κάποιου
Entrust something to somebody
Εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον, αναθέτω
Αρνούμαι κάτι σε κάποιον
Δίνω κάτι σε κάποιον χωρίς προϋποθέσεις
Προτιμώ κάτι από κάποιον
Reassure somebody
Καθησυχάζω κάποιον
Ανησυχώ για κάποιον
Ενθαρρύνω κάποιον
Αγνοώ κάποιον
Giggle
Χαχανίζω (χαχαρούμενα ή νευρικά)
Γελάω δυνατά
Κλαίω από τα γέλια
Σκέφτομαι σοβαρά
Supply somebody with something
Προμηθεύω κάποιον με κάτι
Δίνω κάτι σε κάποιον
Προβλέπω κάτι για κάποιον
Αγοράζω κάτι για κάποιον
Snicker at somebody
Χαχκαγελώ ειρωνικά για κάποιον
Γελάω ευτυχισμένα με κάποιον
Συμπαθώ κάποιον πολύ
Αγνοώ κάποιον επιδεικτικά
