wayground logo

Free Printable Worksheets

Font size

S
M
L
XL
Worksheets

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, τμήμα Γ1, σχολικό έτος 2025-2026

Total flashcards: 50

Name
Class
Date

αρχή

η δημόσια εξουσία και τα πρόσωπα που την ασκούν ή την εκπροσωπούν: Εισαγγελική / δημοτική / εκκλησιαστική / αστυνομική / εκπαιδευτική ~. Στρατιωτικές / τοπικές / πολιτικές αρχές.<...

αδράνεια

η κατάσταση εκείνου που δεν ενεργεί ή δε δραστηριοποιείται, η ανικανότητα ή η έλλειψη διάθεσης για δράση, ενέργεια. ANT δραστηριότητα, ενεργητικότητα

ανόσιος

που παραβαίνει τους ηθικούς νόμους προκαλώντας έτσι απέχθεια· εξαιρετικά ανήθικος, βδελυρός

μηχανεύομαι

επινοώ ένα τέχνασμα ή δόλο

διαύγεια

η κατάσταση αυτού που είναι διαυγής, που δεν είναι θολός: H ~ του νερού / της ατμόσφαιρας. β. (μτφ.) πνευματική καθαρότητα

ετερόκλητος

που τα στοιχεία του είναι τελείως άσχετα μεταξύ τους, ανομοιογενής

τα δεινά

οι συμφορές, τα βάσανα

άπληστος

που δεν ικανοποιείται εύκολα, που συνεχώς θέλει περισσότερα· πλεονέκτης: ~ για χρήματα. ~ άνθρωπος, όσα κι αν κερδίσει δε χορταίνει.

πενία / πένης

φτώχεια/ φτωχός

λεξιπενία

φτωχό λεξιλόγιο, χρήση περιορισμένων εκφραστικών μέσων στον προφορικό ή γραπτό λόγο

σποραδικός

που γίνεται ή που συμβαίνει κατά αραιά και ακανόνιστα χρονικά διαστήματα: Σποραδικά φαινόμενα / κρούσματα. Σποραδικές βροχές. Aκούστηκαν σποραδικοί πυροβολισμοί. || που είναι αραιά διασκορ...

ενιαίος

αδιάσπαστος, αδιαίρετος

αλλοτρίωση

η διαδικασία της αποξένωσης του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό και της ταύτισής του με την υλική πραγματικότητα, καθώς και της απόλυτης εξάρτησής του από αυτή: Ο άκρατος καταναλωτισμός είν...

άσυλο

τόπος απαραβίαστος λόγω του ιερού του χαρακτήρα, καταφύγιο των καταδιωκομένων: Ο ναός της Aθηνάς στη Σπάρτη ήταν ~. || χώρος στον οποίο η πολιτεία δε δικαιούται να επέμβει χωρίς ε...

πολυμήχανος

που επινοεί, που εφευρίσκει, που μηχανεύεται πολλά τεχνάσματα, επινοητικός: Ο ~ Οδυσσέας.

αυτάρκεια

η ιδιότητα του αυτάρκους, το να μπορεί κανείς να καλύπτει τις ανάγκες του με τις δικές του δυνάμεις: Έχω ~. Οικονομική ~. Έχω οικονομική ~, είμαι οικονομικά αυτά...

ολιγαρχία

πολιτικό καθεστώς στο οποίο η εξουσία ανήκει σε μία μικρή και συνήθ. προνομιούχα ομάδα

αποστροφή

το αίσθημα ή το συναίσθημα αηδίας ή απέχθειας που μας προκαλεί κτ.: Όταν είμαι άρρωστος νιώθω ~ για το φαγητό. Είναι τόσο άσχημος / τόσο χαμερπής που σου προκαλεί ~. Aισθάνομα...

μισαλλοδοξία

εχθρότητα και συνεπώς έλλειψη ανοχής για κάθε αντίθετη άποψη, θεωρία και ιδίως ιδεολογία: Θρησκευτική / εθνική / πολιτική ~. Ο Mεσαίωνας, εποχή αμάθειας και θρησκευτικής μισαλλοδοξίας....

καλαισθησία

η ικανότητα που έχει κάποιος να διακρίνει και να εκτιμά ή και να δημιουργεί το αισθητικά καλό, το ωραίο: H επαφή με τα έργα τέχνης αναπτύσσει στους νέους την ~. Σπίτι επιπλωμένο με πολ...

αίρω

  1. 1. σηκώνω και κουβαλώ κτ.: Aγγάρεψαν το Σίμωνα για να άρει το σταυρό του Xριστού.

  2. 2. κάνω κτ. να μην υπάρχει ή να μην ισχύει: A...

άρση

  1. 1. ανύψωση, πχ. άρση βάρων

  1. 2. κατάργηση π.χ. άρση των μέτρων

έπαρση

1.υπερβολική υπερηφάνεια, μεγάλη ιδέα κάποιου για τον εαυτό του με αποτέλεσμα να φέρεται περιφρονητικά ή υποτιμητικά στους άλλους· (πρβ. αλαζονεία, υπεροψία): Άνθρωπος...

προγονοπληξία

υπερβολική, παθολογική υπερηφάνεια, θαυμασμός, έπαρση για τη δόξα και τις αρετές των προγόνων· προγονολατρία·.

ροπή

έντονη φυσική κλίση, τάση: ~ προς το κακό / το καλό.

ασυδοσία

η ιδιότητα του ασύδοτου ανθρώπου, αυτού που δεν υπακούει σε κανένα νομικό ή ηθικό περιορισμό, που δε γνωρίζει κανένα φραγμό. || η ασύδοτη πράξη.

ζηλοφθονία

εμπαθής ζήλια, που φτάνει ως το φθόνο και το μίσος· ζήλια και φθόνος: H ευτυχία του προκαλούσε τη ~ των άλλων. Bλέμμα γεμάτο ~.

αισχροκέρδεια

επιδίωξη και ιδίως επίτευξη υπερβολικού κέρδους με παράνομα ή ανήθικα μέσα· (πρβ. κερδοσκοπία):

ωχαδερφισμός

όρος που περιγράφει την αδιαφορία, την αναλγησία και την έλλειψη ενδιαφέροντος για γενικότερα προβλήματα, προερχόμενος από τη φράση «Ωχ αδερφέ!». Χαρακτηρίζει ανθρ...

δογματισμός

έλλειψη κριτικής σκέψης και προσκόλληση σε κάποια θεωρία, αρχή ή δοξασία που δε στηρίζεται σε αποδείξεις ή που θεωρείται επιστημονικά ξεπερασμένη: Ο τυφλός ~ και η διαλεκτική είναι δύο...

μεμψιμοιρώ,

μεμψιμοιρία

εκδηλώνω δυσφορία συνήθ. για ασήμαντη αφορμή: Mεμψιμοιρεί συνεχώς· ποτέ δεν είναι ευχαριστημένος.

εκδήλωση δυσφορίας συνήθ. για ασήμαντη αφορμή· (πρβ. γκρίνια): A...

συντηρητισμός

συντηρητικός

οπισθοδρομικός, επιφυλακτικός απέναντι σε καθετί καινούργιο

αντίθετο: προοδευτικός

σοβινισμός

άκρατος εθνικισμός, υπερβολική μέχρι φανατισμού προσήλωση στην ιδέα της πατρίδας, που συνοδεύεται από μίσος και περιφρόνηση για τους άλλους λαούς και που συχνά εκδηλώνεται με επιθετικότητα εναντίον...

ανείπωτος

α.που είναι τόσο πολύ μεγάλος, έντονος κτλ., ώστε δεν είναι δυνατό να τον εκφράσει με λόγια ή να τον περιγράψει επαρκώς άλλος· απερίγραπτος: Aνείπωτη χαρά / δυστυχία / οδύνη / ...

μεροληπτώ

κρίνω, αποφασίζω ή γενικότερα παίρνω θέση απέναντι σε κπ. ή σε κτ. με βάση όχι την αλήθεια ή τη δικαιοσύνη αλλά με υποκειμενικά κριτήρια: Είναι απαράδεκτο να μεροληπτεί ο δικαστής κατά την απον...

αμερόληπτος

που δε μεροληπτεί, δεν επηρεάζεται από υποκειμενικά κριτήρια, όταν κρίνει, αποφασίζει ή γενικά παίρνει θέση για κπ. ή για κτ. ANT μεροληπτικός: Ένας ~ δικαστής / κριτής / διαιτητής / ι...

εξέχων, εξέχουσα, εξέχον

που είναι πολύ σημαντικός με συνέπεια να ξεχωρίζει από τους άλλους, να είναι ευρύτερα γνωστός: Ένας ~ επιστήμονας / πολιτικός. Εξέχουσα φυσιογνωμία / προσωπικότητα.

κουλτούρα

1. πνευματική και ψυχική καλλιέργεια, ως αποτέλεσμα μακράς διαδικασίας μάθησης και εκπαίδευσης· παιδεία1: Άνθρωπος με μεγάλη ~. (έκφρ., ειρ.) βαριά ~

υφίσταμαι

1. υποβάλλομαι σε κτ. το οποίο έχει δυσάρεστες, αρνητικές επιπτώσεις: Ο άνθρωπος υφίσταται την επίδραση του περιβάλλοντος. Θα υποστείς τις συνέπειες των πράξεών σου. Έχει υποστ...

ποιος είναι ο αόριστος του ρήματος υφίσταμαι

υπέστην

ποιος είναι ο παρακείμενος του ρήματος υφίσταμαι

έχω υποστεί

υφίσταται (γ ΄ ενικό)

υπάρχει

π.χ. Δεν υφίσταται θέμα / ζήτημα / λόγος ανησυχίας.

σύμπλεγμα

σύνολο επιθυμιών, συναισθημάτων και βιωμάτων της παιδικής ηλικίας, συνήθ. τραυματικών, που παραμένοντας απωθημένα στο υποσυνείδητο επηρεάζουν αρνητικά τη συμπεριφορά του ατόμου: Οιδιπόδειο*

προσδοκία

η αναμονή με ελπίδα για κτ. καλό, θετικό: Έντονη / μεγάλη ~. Οι προσδοκίες τους δεν πραγματοποιήθηκαν. Kανείς δεν επενδύει χρήματα χωρίς την ~ κέρδους.

καρτερικότητα, καρτερία

η υπομονή με την οποία αντιμετωπίζει κάποιος μια δυσάρεστη κατάσταση

ευημερία

πολύ καλή οικονομική κατάσταση και συνεπώς άνετη ζωή: Σου εύχομαι υγεία και ~. Aτομική / οικογενειακή ~. H οικονομική ανάπτυξη έφερε την ~. Xρόνια / εποχή ευημερίας. ...

ευμάρεια

οικονομικές συνθήκες που επιτρέπουν μια ζωή πλούσια, χωρίς υλικά προβλήματα: H Δυτική Ευρώπη έζησε περιόδους μεγάλης ευμάρειας.

υλικός ευδαιμονισμός

υλικός ευδαιμονισμός είναι η αντίληψη ότι η ευτυχία (ευδαιμονία) επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της συσσώρευσης και απόκτησης υλικών αγαθών. Περιγράφει την τάση ανθρώπων ή κοινωνιών να ...

ομοψυχία

όταν πολλοί άνθρωποι λειτουργούν σαν μια ψυχή, ομοφωνία, ομοθυμία, ενότητα, σύμπνοια

μηχανεύομαι

επινοώ ένα τέχνασμα ή δόλο